Το Πάσχα είναι η γιορτή του Απριλίου και οι χωρικοί στη Σκοτούσσα, από τα χρόνια της βυζαντινής εποχής, είχαν πολλές εργασίες στον κάμπο. Από την εποχή μάλιστα που είχαν αρχίσει να καλλιεργούν βαμβάκι και καλαμπόκι, οι εργασίες την περίοδο αυτή έγιναν ακόμη πιο εντατικές. Έβγαζαν όλη τη Σαρακοστή με νηστεία και λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, δούλευαν ακατάπαυστα για να μην έχουν πολλές εργασίες στη διάρκεια του εορτασμού της Μ. Εβδομάδος.

Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά ξεκινούσαν για τα κάλαντα. Ήταν οι περίφημες Λαζαρίγκες ή Λαζαρίτσες. Συνήθως ήταν μικρά κορίτσια που σχημάτιζαν ομάδες των 3-5 ατόμων. Οι ετοιμασίες ξεκινούσαν από τη γιορτή των Αγίων Θεοδώρων (το πρώτο Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα). Τότε γινόταν η πρώτη συνάντηση και τα κορίτσια έδιναν ένα είδος όρκου, υποσχόμενες υποταγή και πίστη στην ομάδα. Ο όρκος σφραγιζόταν με το φτιάξιμο, ψήσιμο και φάγωμα μιας πίτας από λάδι και αλεύρι, αλλά χωρίς αυγά αφού ήταν περίοδος νηστείας . Την ημέρα του Λαζάρου τα κορίτσια, κρατώντας ένα καλαθάκι στολισμένο με λουλούδια της εποχής, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας:

«Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι

Ήρθε η μάνα σου από το παζάρι….

Πίτσι πίτσι, πίτσι το τσεπάκι, το τσεπάκι θέλει φραγκουλάκι

Το καλάθι θέλει αυγουλάκι»

Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά αυγά και λίγα χρήματα. Ηλικιωμένοι από τη Σκοτούσσα ανέφεραν ότι μέχρι και το 1948 το έθιμο τελούνταν την Κυριακή των Βαΐων. Η εξήγηση που έδιναν ήταν ότι «οι γυναίκες δούλευαν κάθε μέρα και μόνο την Κυριακή γιόρταζαν». Η συνήθεια να τελείται το έθιμο την Κυριακή μετά τη Θεία Λειτουργία των Βαΐων συναντάται και σε άλλα χωριά και οι κοπέλες ονομάζονταν Βαΐστρες. Οι κοπέλες που τραγουδούσαν φορούσαν φόρεμα, ζώνη, γιλέκο καφέ ή μπλε, καπελάκι και στεφάνια από λουλούδια. Τα μικρά κορίτσια δεν φορούσαν ποδιά, μόνο οι αρραβωνιασμένες και οι παντρεμένες την φορούσαν. Η ποδιά χαρακτήριζε την φορεσιά των αρραβωνιασμένων και παντρεμένων γυναικών και έτσι κατά κάποιο τρόπο οι Λαραρίγκες στη Σκοτούσσα ήταν μια γιορτή για τα ελεύθερα κορίτσια που μπορούσαν να εκφραστούν πιο ελεύθερα, να κυκλοφορήσουν στο χωριό, να τραγουδήσουν, ακόμη και να χορέψουν. Ο χορός που χόρευε η ομάδα των κοριτσιών ήταν ένα βήμα εμπρός και ένα πίσω, σε σειρά και όχι γύρω από το καλάθι, όπως χόρευαν σε άλλα χωριά (Βαμβακόφυτο, Νέο Πετρίτσι). Στη Σκοτούσσα, το Σάββατο του Λαζάρου με τα τραγούδια, τους χορούς και τις πολύχρωμες φορεσιές των κοριτσιών ήταν ένα ευχάριστο και χαρούμενο διάλειμμα προς το τέλος της Σαρακοστής και πριν την έναρξη της Μεγάλης Εβδομάδος. Το έθιμο συνέχισε να τελείται μέχρι και τις αρχές του 1970 και στη συνέχεια σταμάτησε να πραγματοποιείται.

Την Κυριακή των Βαΐων όλο το χωριό πήγαινε στην Εκκλησία για τα Βάγια και ακολουθούσε η Μεγάλη Εβδομάδα. Το πρωί στο χωράφι και το βράδυ στην Εκκλησία.

Τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί οι νοικοκυρές έβαφαν τα κόκκινα αυγά και έψηναν στο φούρνο τα τσουρέκια. Μοσχοβολούσε όλο το χωριό και τα παιδιά, που δεν άντεχαν και πολύ στη νηστεία, κοινωνούσαν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης για να δικαιούνται λίγο από το τσουρέκι. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης βρισκόταν όλοι στην εκκλησία για να ακούσουν τα δώδεκα Ευαγγέλια και τον ιερέα να ψάλλει:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς…. “

Μετά το πέρας της λειτουργίας, πολλοί Σκοτουσσαίοι έμεναν στην εκκλησία για να κοιμηθούν εντός του ναού. Η Εκκλησία διέθετε ψάθες στους πιστούς και οι περισσότεροι παρέμεναν άγρυπνοι για να φυλάνε τον Εσταυρωμένο. Συναγωνίζονταν μάλιστα, ποιος θα πιάσει καλύτερη θέση κοντά στο Σταυρό.Ο στολισμός του Επιταφίου άρχιζε από τα μεσάνυχτα της Μεγάλης Πέμπτης. Τα κορίτσια του χωριού, μετά το τέλος της λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης, έφερναν λουλούδια και υπό την καθοδήγηση παλαιότερων και έμπειρων γυναικών στόλιζαν τον Επιτάφιο φτιάχνοντας περίτεχνα σχέδια με τα πέταλα των λουλουδιών.

Ο στολισμός του Επιταφίου από γυναίκες και κορίτσια της Σκοτούσσας.
Ο Επιτάφιος το έτος 2018

Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής ο Επιτάφιος ήταν έτοιμος. Το έθιμο του στολισμού του Επιταφίου από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης συνεχίζεται και σήμερα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Παρασκευής ακούγεται ο πένθιμος ήχος της καμπάνας. Το μεσημεριανό γεύμα ήταν το γιουσάφι ή χουσιάφ (βρασμένα αποξηραμένα δαμάσκηνα και απίδια με λίγη ζάχαρη). Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, οι νεολαίοι της Σκοτούσσας (αγόρια και κορίτσια) χωρίζονταν σε δύο ομάδες και έψαλλαν:

«Η ζωή εν τάφω..» και

«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατο μου τέκνο..»

Είχαν προηγηθεί εξαντλητικές πρόβες που αρχικά γίνονταν στο γυναικωνίτη της Εκκλησίας και αργότερα στο χώρο του Προσκοπισμού. Αγόρια και κορίτσια σχημάτιζαν ομάδες και διάλεγαν παρέες, ανάλογα και με τα συναισθηματικά τους ενδιαφέροντα. Ήταν ένα Έθιμο που ατόνησε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Τα τελευταία χρόνια ξαναζωντάνεψε χάρη στη Χορωδία του Πολιτιστικού Συλλόγου. Λίγο πριν ξεκινήσει η περιφορά του επιταφίου, υπήρχε το έθιμο να βγαίνει ο σταυρός σε δημοπρασία. Οι «έχοντες» της Σκοτούσσας πρόσφεραν ένα ποσό χρημάτων και όποιος πλειοδοτούσε, είχε το δικαίωμα να κρατήσει το σταυρό κατά τη διάρκεια της περιφοράς. Τα χρήματα προσφέρονταν ως δώρο στην Εκκλησία. Το Έθιμο καταργήθηκε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η περιφορά του Επιταφίου γίνεται ακόμη και σήμερα όπως γινόταν επί αιώνες στο χωριό της Σκοτούσσας. Μπροστά ο Επιτάφιος με τις εικόνες, τους ιερείς και τους ψαλτάδες, τους προύχοντες και το λοιπό λαό να ακολουθεί. Η περιφορά γίνεται σε όλο το χωριό. Παλιότερα ακολουθούσε σύσσωμη η κοινωνία της Σκοτούσσας. Καφενεία και λοιποί χώροι συγκέντρωσης ήταν κλειστοί.

Το Μεγάλο Σάββατο είναι η ημέρα της Ανάστασης, της Λαμπρής. Οι δουλειές στα χωράφια σταματούσαν και όλοι ετοιμάζονταν για το βράδυ της Ανάστασης. Την εποχή που δεν υπήρχαν ρολόγια, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, τα κάλεσμα για την Ανάσταση το έδινε η καμπάνα του χωριού. Η εκκλησία του χωριού γέμιζε με γελαστά πρόσωπα, καλοντυμένους Σκοτουσσαίους που περίμεναν να ακούσουν το Χριστός Ανέστη. Ακολουθούσε το τσούγκρισμα των αυγών με τις ευχές για «Χριστός Ανέστη» και «Αληθώς Ανέστη» και στη συνέχεια το γεύμα στο σπίτι με τη μαγειρίτσα, τα αυγά και τα τσουρέκια.

Βράδυ Ανάστασης στη Σκοτούσσα.


Την Κυριακή του Πάσχα άρχιζαν από νωρίς οι ετοιμασίες για το ψήσιμο του οβελία. Τα παιδιά, ελεύθερα από σχολείο, γύριζαν στους δρόμους εφοδιασμένα με μπόλικα αυγά. Τσούγκριζαν τα αυγά με φίλους και όποιος έσπαζε το αυγό, το έπαιρνε για δικό του. Εκτός από αυτή τη δραστηριότητα, καθήκον των παιδιών ήταν να πάνε το τσουρέκι στο νονό τους.

Τσούγκρισμα αυγών από νέους της Σκοτούσσας.
Πάσχα στη Σκοτούσσα. Ψήσιμο του οβελία.

Η εβδομάδα μετά το Πάσχα τελείωνε συνήθως με τον εορτασμό της Ζωοδόχου Πηγής και την επίσκεψη στον ομώνυμο ναό του Βαμβακοφύτου. Ήταν μία ευκαιρία για εκδρομή στη φύση (συνήθως προηγείτο της Πρωτομαγιάς), αγίασμα από το βράχο με τον καταρράκτη και φαγοπότι!

Σκοτουσσαίοι στο δρόμο για το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής στο Βαμβακόφυτο


Μοιράσου το